Δευτέρα, 22 Αυγούστου 2011

Nia Vardalos.

You only get one life so you might as well make it a happy one, and that's why I tend to just jump into things. I'm sort of a fearless idiot that way.
Nia Vardalos

"Κλεισμένος σε 4 τοίχους, με μόνη συντροφιά ένα πακέτο τσιγάρα και ένα ηλίθιο παιχνίδι να μου ζαλίζει το κεφάλι!" (πόσο πιο άσχημα όταν είναι επιλογή σου).
Αυτό ήταν πριν 3 μέρες. Μετά αποφάσισα να κατέβω στον κήπο και να περάσω τον χρόνο μου με την αγαπημένη μου ασχολία, την κηπουρική. Καθώς λοιπόν ασχολιόμουν με τη λεμονιά και αναρωτιόμουν πως στο καλό θα την κλαδέψω (είχα γεμίσει πληγές στα χέρια από τα αγκάθια), θυμήθηκα τον Κύριο Portokalos - ήρωα της ταινίας My Big Fat Greek Wedding - που για οποιαδήποτε πληγή είχε τη λύση - "Try Windex!".

Έτσι αντί να ψάξω για προμηθευτή Windex σε online κατάστημα, είπα να πάρω σβάρνα το Internet, να βρω να κατεβάσω την υπέροχη αυτή ταινία. Μια ταινία που περιγράφει με απίστευτο χιούμορ την καθημερινότητα των Ελλήνων όταν φεύγουν από την χώρα - όπου πηγαίνεις σπίτι τους 20 χρόνια μετά και νομίζεις ότι έχεις κάνει ταξίδι στο χρόνο (στην Ελλάδα - 20 χρόνια πίσω) - αλλά και τα χαρακτηριστικά της κοινωνίας στην οποία έρχονται αυτοί οι άνθρωποι να ζήσουν. Πως άραγε τους αντιμετωπίζουν; Αστείρευτη γλυκύτητα και  υπέροχο χιούμορ - από αυτό που σε κάνει να τουτουρίσεις από χαρά - αλλά και να σκάσεις από τη ζέστη - βρε παιδί μου. Δεν την έχεις δει; Ααα, χάνεις! Ελπίζω η Κα. Vardalos να μην παρεξηγηθεί, αλλά έχουμε οικονομική κρίση στο Ελλάδα (τα τελευταία 100 χρόνια) και επίσης δεν υπάρχει σε ΚΑΝΈΝΑ κατάστημα η συγκεκριμένη ταινία για αγορά... (Ναι, έψαξα.) Anyway, μπορείς κάλλιστα να την κατεβάσεις από εδώ.

Αφού λοιπόν θυμήθηκα τις απίστευτες ατάκες, της απίστευτης αυτής ταινίας είπα να ψάξω και για την "συνέχεια" της ταινίας το My Life in Ruins, γυρισμένο, έτσι όπως το έπιασα, εξ'ολοκλήρου στην Ελλάδα. Πέρα από τις όμορφες εικόνες, είναι μια γλυκανάλατη ταινία (ρομάτζο), αλλά όμορφη, από αυτές που ξέρεις εν τέλει τι θα γίνει αλλά ανυπομονείς για τη συνέχεια. Μαγεία σε λέω - αλλά αυτό μπορεί να είναι και σημάδι του extraordinary ενθουσιώδη εαυτού μου.. Anyway, μπορείς ΚΑΙ αυτή να τη κατεβάσεις από εδώ. (Συγνώμη Κα. Vardalos, οικονομική κρίση - δεν φταίω εγώ, το πορτοφόλι μου, τους, των... όλων!)


Τελικώς θα τις γράψω και τις 2 σε στικάκι και θα τις στείλω σε έναν πολύ καλό φίλο για να τις δει με την οικογένειά του. Δεν έχουν επισκευτεί ποτέ την Ελλάδα - παρότι το θέλουν πολύ. Η πρώτη ταινία - το My Big Fat Greek Wedding - εξυμνεί το Ελληνικό Γλέντι in the American Way - γεγονός που από μόνο του σε κάνει να θέλεις να είσαι και εσύ part of it, να πηδήξεις μέσα στην τηλεόραση και να μπεις στον χορό. Να είσαι χορτοφάγος και να έχεις την τρελή τη Θεία να σου προσφέρει αρνί "You're a vegeterian? Well, that's ok, I'll make lamb" (πείτε μου ότι αυτή δεν είναι Ελληνική συνήθεια;) και άλλα τόσα, που δεν θέλεις καν να τα αναφέρω, οι λέξεις είναι εντελώς διαφορετικές από την εικόνα και τον διάλογο (την βλέπω άνετα ξανά και ξανά). Η δεύτερη ταινία - το My Life in Ruins - ασχολείται με το Ελληνικό "Χαλαρά" βάζοντας όμορφες εικονικές πινελιές και ΠΟΛΎ σύγχρονη Ελληνική πραγματικότητα. Αμερικανιά αλλά ακόμα και έτσι πολύ καλό. Αν δεν έχεις δει εσύ ή κάποιος δικός σου τις ομορφιές της Ελλάδας, αυτή είναι η ταινία (μαζί με το Mamma Mia!)

Εδώ σταματάω την πολυλογία (έχεις να κατεβάσεις ταινίες, μην ξεχνάς) και σου παραθέτω ένα ακόμη Quote - οποία έκπληξη από την ίδια, πάλι!

In many ways we are all sons and daughters of ancient Greece.
Nia Vardalos

Την κάνω τώρα, πάω να αγοράσω καινούριο στικάκι! Opa!

Σάββατο, 20 Αυγούστου 2011

The ones who walk away from Omelas.

Ένας πολύ σημαντικός άνθρωπος, φίλος και συνοδοιπόρος μου έστειλε αυτή την ιστορία και με ώθησε να τη διαβάσω. Δεν σου κρύβω πως αρχικά αναρωτήθηκα για ποιο λόγο θα μου έστελνε κάποιος μια τόσο "όμορφη" και τόσο "αισιόδοξη" παρατήρηση ενός φανταστικού μέρους που δεν είναι αποτυπωμένο σε κανένα χάρτη.

Λίγα ήξερα. Μέχρι που έφτασα στο τέλος.

Ursula K. Le Guin
The ones who walk away from Omelas (1973)

Με κωδωνοκρουσίες που έστειλαν τα σπουργίτια στον ουρανό, η Γιορτή του Καλοκαιριού ήρθε στην πόλη της Όμελας με τους λαμπερούς πύργους της πλάι στη θάλασσα. Τα ξάρτια των πλοίων στο λιμάνι αστραφτοβολούσαν από τα λάβαρα. Στους δρόμους ανάμεσα στα σπίτια με τις κόκκινες στέγες και τους βαμμένους τοίχους, ανάμεσα σε γέρικους και γεμάτους βρύα κήπους και κάτω από δεντροστοιχίες, πλάι σε μεγάλα πάρκα και δημόσια κτίρια, περνούσαν οι πομπές. Μερικές ήταν καταστόλιστες: ηλικιωμένοι άνθρωποι φορώντας μακριούς άκαμπτους μανδύες με μωβ και γκρίζα χρώματα, σοβαροί αρχιμάστορες, ήσυχες εύθυμες γυναίκες που κουβαλούσαν τα μωρά τους και φλυαρούσαν καθώς περπατούσαν. Σε άλλους δρόμους η μουσική έπαλλε δυνατότερα με ένα κυμάτισμα από γκονγκ και ταμπουρίνα, οι άνθρωποι πήγαιναν χορεύοντας, η πομπή ήταν χορός. Τα παιδιά μπαινόβγαιναν στο πλήθος και οι τσιρίδες τους υψώνονταν σαν τις διασταυρούμενες τροχιές των σπουργιτιών πάνω από τη μουσική και τα τραγούδια. Όλες οι πομπές κατευθύνονταν προς την βόρεια πλευρά της πόλης, όπου στο μεγάλο νερολίβαδο που ονομαζόταν Πράσινα Χωράφια, αγόρια και κορίτσια γυμνά στο λαμπερό αέρα, με λασπωμένα πόδια και αστράγαλους και μακρυά, λυγερά χέρια, προθέρμαναν τα δύστροπα άλογά τους πριν τον αγώνα. Τα άλογα δεν είχαν εξάρτυση, μονάχα ένα χαλινάρι. Στις χαίτες τους ήταν πλεγμένες λωρίδες ασημένιες, χρυσές και πράσινες. Ανοιγόκλειναν τα ρουθούνια τους και τριγυρνούσαν και καυχιόνταν μεταξύ τους· η έξαψή τους ήταν μεγάλη, αφού το άλογο είναι το μόνο ζώο που έχει υιοθετήσει τις δικές μας τελετές για δικές του. Μακρυά στο βορρά και στα δυτικά τα βουνά σχημάτιζαν ένα μισοφέγγαρο γύρω από τον κόλπο της Όμελας. Τόσο καθαρός ήταν ο πρωινός αέρας, που το χιόνι που ακόμα στεφάνωνε τις Δεκαοχτώ Βουνοκορφές φαινόταν να φλέγεται με λευκόχρυση φωτιά από πολλά χιλιόμετρα ηλιοφώτιστου αέρα πιο μακρύτερα, κάτω από το σκουρογάλανο του ουρανού. Ο άνεμος ήταν μόνο όσος χρειαζόταν για να κάνει τα σημαιάκια που σημάδευαν τη διαδρομή του ιπποδρόμου να πεταρίζουν και να τινάζονται που και που. Στη σιωπή του πλατιού πράσινου λιβαδιού μπορούσε να ακουστεί η μουσική που τυλιγόταν στους δρόμους της πόλης να πλησιάζει, πότε μακρυά και πότε κοντά, μια κεφάτη αμυδρή γλύκα του αέρα που στιγμές στιγμές τρεμούλιαζε και μαζευόταν και ξεσπούσε σε δυνατά καμπανίσματα αγαλλίασης...
Αγαλλίαση! Πώς να μιλήσει κανείς για αγαλλίαση; Πώς να περιγράψει τους πολίτες της Όμελας;


Δεν ήταν απλοϊκοί άνθρωποι, καταλαβαίνεις, παρ’ όλο που ήταν ευτυχισμένοι. Αλλά δεν λέμε πια τις χαρούμενες λέξεις. Όλα τα χαμόγελα έχουν γίνει αρχαϊκά. Με μια περιγραφή σαν κι αυτή, τείνει κανείς να θεωρήσει ορισμένα πράγματα σαν δεδομένα. Με μια περιγραφή σαν αυτή, ο κόσμος θέλει να κοιτάξει μήπως δει τον Βασιλιά καβάλα σε ένα θαυμαστό άτι περικυκλωμένο από τους ευγενείς ιππότες του, ή ίσως πάνω σε ένα χρυσό φορείο να το κουβαλούν γεροδεμένοι δούλοι. Μα δεν υπήρχε βασιλιάς. Δεν χρησιμοποιούσαν σπαθιά, ούτε είχαν δούλους. Δεν ήταν βάρβαροι. Δεν ξέρω τους κανόνες και τους νόμους της κοινωνίας τους, υποψιάζομαι όμως ότι ήταν εξαιρετικά λίγοι. Κι όπως τα έβγαζαν πέρα δίχως μοναρχία και δουλεία, έτσι τα έβγαζαν πέρα και δίχως το χρηματιστήριο, τις διαφημίσεις, τη μυστική αστυνομία και τη Βόμβα. Κι όμως επαναλαμβάνω ότι δεν ήταν απλοϊκοί άνθρωποι, ούτε και γραφικοί ποιμένες, ευγενείς άγριοι, γλυκανάλατοι ουτοπιστές. Δεν ήταν λιγότερο πολύπλοκοι από μας. Το πρόβλημα είναι ότι έχουμε την κακή συνήθεια, την οποία ενθαρρύνουν οι λόγιοι και οι εκλεπτυσμένοι, να θεωρούμε την ευτυχία σαν κάτι μάλλον χαζό. Μόνο ο πόνος είναι κάτι πνευματικό, μόνο το κακό ενδιαφέρον. Αυτή είναι η προδοσία του καλλιτέχνη: η άρνηση να παραδεχτεί την πεζότητα του κακού και την τρομερή ανία του πόνου. Αν δεν μπορείς να τους νικήσεις, πήγαινε μαζί τους. Αν πονάει, ξανακάντο. Αλλά το να εξυμνείς την απόγνωση σημαίνει ότι καταδικάζεις τη χαρά, το να εναγκαλίζεσαι τη βία σημαίνει ότι χάνεις όλα τα άλλα. Τα έχουμε σχεδόν χάσει· δεν μπορούμε πια να περιγράψουμε έναν ευτυχισμένο άνθρωπο, ούτε να γιορτάσουμε τη χαρά. Πώς να σας μιλήσω για τους ανθρώπους της Όμελας; Δεν ήταν αφελή, χαρούμενα παιδιά - μόλο που τα παιδιά τους ήταν όντως χαρούμενα. Ήταν ώριμοι, έξυπνοι, ενθουσιώδεις ενήλικες των οποίων οι ζωές δεν ήταν κουρέλια. Ω θαύμα! Μακάρι όμως να μπορούσα να σας το περιγράψω καλύτερα. Μακάρι να μπορούσα να σας πείσω. Η Όμελας με τα λόγια μου ακούγεται σαν μια πόλη σε παραμύθι, πολύ παλιά και πολύ μακρυά, μια φορά κι έναν καιρό. Ίσως θα ήταν καλύτερα αν τη φανταζόσασταν όπως σας προστάζει η δική σας φαντασία, αν υποθέσουμε ότι θα αρθείτε σ’ αυτό το ύψος, γιατί σίγουρα δεν μπορώ να το κάνω σωστά για όλους. Για παράδειγμα, τι γίνεται με την τεχνολογία; Νομίζω ότι δεν θα υπήρχαν αυτοκίνητα ή ελικόπτερα στους δρόμους και πάνω από αυτούς· αυτό έπεται από το γεγονός ότι οι άνθρωποι της Όμελας είναι ευτυχισμένοι άνθρωποι. Η ευτυχία βασίζεται στο δίκαιο διαχωρισμό του τι είναι αναγκαίο, τι δεν είναι ούτε αναγκαίο ούτε καταστροφικό, και τι είναι καταστροφικό. Στη μεσαία κατηγορία πάντως - αυτή με το μη αναγκαίο αλλά και μη καταστροφικό, αυτή της βολής, της πολυτέλειας, της χλιδής κ.λπ. - οπωσδήποτε θα μπορούσαν να βάλουν την κεντρική θέρμανση, το μετρό, τα πλυντήρια καθώς και όλων των λογιών τις εξαίσιες συσκευές που δεν έχουν ακόμη εφευρεθεί εδώ, τις αιωρούμενες πηγές φωτός, την ενέργεια δίχως καύσιμα, τη θεραπεία του συναχιού. Ή, θα μπορούσαν να μην έχουν τίποτα απ’ αυτά: δεν έχει σημασία. Όπως σας αρέσει. Τείνω να πιστέψω ότι οι άνθρωποι από τις πόλεις πιο πέρα στην ακτή έρχονται στην Όμελας τις τελευταίες μέρες πριν τη Γιορτή με μικρά γρήγορα τραίνα και διώροφα τραμ, και ότι ο σιδηροδρομικός σταθμός είναι το πιο όμορφο κτίριο στην πόλη, αν και είναι πιο απλό από την θαυμαστή Αγορά των Αγροτών. Αλλά, ακόμα και με τραίνα, φοβάμαι ότι η Όμελας σε μερικούς από σας φαντάζει αηδιαστικά καλοσυνάτη. Χαμόγελα, καμπάνες, παρελάσεις, άλογα, μπλιαχ. Αν ναι, τότε παρακαλώ προσθέστε και ένα όργιο. Αν το όργιο βοηθά, μη διστάζετε. Ας μην έχουμε όμως ναούς απ’ όπου βγαίνουν όμορφοι γυμνοί ιερείς και ιέρειες που έχουν ήδη μισοπέσει σε έκσταση και είναι έτοιμοι να συνουσιαστούν με οποιονδήποτε άντρα ή γυναίκα, εραστή ή ξένο, που ποθεί να ενωθεί με τη βαθιά θεότητα του αίματος, αν και αυτό ήταν η πρώτη ιδέα μου. Αλλά στην πραγματικότητα θα ήταν καλύτερα να μην έχουμε καθόλου ναούς στην Όμελας - τουλάχιστον όχι επανδρωμένους ναούς. Θρησκεία ναι, κλήρο όχι. Σίγουρα οι όμορφοι γυμνοί άνθρωποι μπορούν απλώς να περιπλανιούνται και να προσφέρουν τους εαυτούς τους σαν θεϊκά σουφλέ στην πείνα των εχόντων ανάγκη και στην έκσταση της σάρκας. Ας ακολουθήσουν τις πομπές. Ας ηχούν τα ταμπουρίνια πάνω από τους συνουσιαζόμενους, και ας αναγγέλλεται η δόξα του πόθου πάνω από τα γκονγκ, και ένα σημείο καθόλου ασήμαντο) το γόνο αυτών των υπέροχων τελετών ας τον αγαπούν κι ας τον φροντίζουν όλοι. Ένα πράγμα που ξέρω ότι δεν υπάρχει καθόλου στην Όμελας είναι η ενοχή. Όμως τι άλλο θα έπρεπε να υπάρχει; Σκέφτηκα στην αρχή ότι δεν θα υπήρχαν καθόλου ναρκωτικά, αλλά αυτό είναι πουριτανικό. Γι’ αυτούς που αρέσκονται σ’ αυτά, η αχνή επίμονη γλύκα του ντροζ ίσως αρωματίζει τους δρόμους της πόλης, το ντροζ το οποίο στην αρχή φέρνει μια ελαφράδα και μια λάμψη στο νου και στα μέλη και μετά από μερικές ώρες ένα λήθαργο γεμάτο όνειρα, και υπέροχα οράματα τέλος των πιο απόκρυφων και πιο εσώτερων μυστικών του Σύμπαντος, όπως επίσης και εντείνει την ηδονή του σεξ σε απίστευτο βαθμό· και δεν είναι εθιστικό. Για πιο ταπεινά γούστα νομίζω ότι θα έπρεπε να υπάρχει μπύρα. Τι άλλο, τι άλλο ανήκει σ’ αυτή την ευφορική πόλη; Η αίσθηση της νίκης, σίγουρα ναι, ο εορτασμός του κουράγιου. Μα, όπως τα βγάλαμε πέρα δίχως τον κλήρο, ας τα βγάλουμε πέρα και δίχως στρατιώτες. Η χαρά που στηρίζεται στην επιτυχημένη σφαγή δεν είναι το σωστό είδος χαράς· δεν κάνει· είναι επίφοβη και είναι ασήμαντη. Μια απεριόριστη και γενναιόψυχη μακαριότητα, ένας καλοκάγαθος θρίαμβος που νιώθει κανείς όχι εναντίον κάποιου εξωτερικού εχθρού, αλλά σε κοινωνία με αυτό που είναι ευγενέστερο και ανώτερο στις ψυχές όλων των ανδρών παντού και το θάμβος του καλοκαιριού του κόσμου: αυτό κάνει τις καρδιές των ανθρώπων της Όμελας να φουσκώνουν, και η νίκη την οποία γιορτάζουν είναι η νίκη της ζωής. Πραγματικά νομίζω ότι δεν χρειάζονται πολλοί απ’ αυτούς το ντροζ. 
Οι περισσότερες πομπές τώρα έχουν φτάσει στα Πράσινα Χωράφια. Από τις κόκκινες και γαλάζιες σκηνές των οργανωτών βγαίνει ένας θαυμάσιος καπνός μαγειρέματος. Τα πρόσωπα των μικρών παιδιών κολλάνε γοητευτικά· στην αγαθή γκρίζα γενειάδα ενός άντρα έχουν μπερδευτεί μερικά ψίχουλα κάποιου εύγευστου γλυκού. Οι νέοι και οι νέες έχουν καβαλήσει τα άλογά τους κι αρχίζουν να συγκεντρώνονται στην αφετηρία της διαδρομής. Μια ηλικιωμένη γυναίκα, χοντρή και γελαστή, μοιράζει άνθη από ένα καλάθι και ψηλοί νεαροί φορούν τα άνθη της στα λαμπερά μαλλιά τους. Ένα παιδί εννιά ή δέκα χρονών κάθεται στην άκρη του πλήθους, μονάχο, παίζοντας μια φλογέρα. Οι άνθρωποι σταματάνε για να ακούσουν, και χαμογελάνε, αλλά δεν του μιλούν, γιατί δεν σταματάει καθόλου να παίζει και δεν τους βλέπει καθόλου, και τα μαύρα μάτια του είναι εκστασιασμένα από τη γλυκιά, ψιλή μαγεία του σκοπού. 
Τελειώνει, και χαμηλώνει αργά τα χέρια που κρατάνε τη φλογέρα. 
Σαν να ήταν το σύνθημα αυτή η μικρή, ιδιωτική σιωπή, ξαφνικά ακούγεται μια σάλπιγγα από το κιόσκι κοντά στην αφετηρία: αγέρωχη, μελαγχολική, διαπεραστική. Τα άλογα ορθώνονται στα λιγνά πόδια τους, και μερικά χρεμετίζουν σε απάντηση. Οι νεαροί αναβάτες χαϊδεύουν με σοβαρά πρόσωπα τους λαιμούς των αλόγων και τα ηρεμούν, ψιθυρίζοντας, ¨Ήσυχα, ήσυχα, έλα ομορφιά μου, ελπίδα μου...¨ Αρχίζουν να παρατάσσονται κατά πλάτος της αφετηρίας. Τα πλήθη πλάι στη διαδρομή είναι σαν ένα χωράφι γεμάτο γρασίδι και λουλούδια στον άνεμο. Η Γιορτή του Καλοκαιριού έχει αρχίσει. 
Το πιστεύετε; Αποδέχεστε τη γιορτή, την πόλη, τη χαρά; Όχι; Τότε να σας περιγράψω άλλο ένα πράγμα. 
Στο υπόγειο κάτω από ένα από τα όμορφα δημόσια κτίρια της Όμελας, ή ίσως στο κελάρι ενός από τα ευρύχωρα ιδιωτικά σπίτια της, υπάρχει ένα δωμάτιο. Έχει μια κλειδωμένη πόρτα και δεν υπάρχει παράθυρο. Λίγο φως σταλάζει σκονισμένο από τις χαραμάδες στις σανίδες, κι έρχεται από δεύτερο χέρι από ένα αραχνιασμένο παράθυρο κάπου στην άλλη άκρη του κελαριού. Σε μία γωνία του μικρού δωματίου είναι μερικές σφουγγαρίστρες με σκληρές, μπλεγμένες, δύσοσμες ίνες, πλάι σε ένα σκουριασμένο κουβά. Το πάτωμα είναι χωμάτινο, λίγο υγρό στην αφή, όπως είναι συνήθως το χώμα στα κελάρια. Το δωμάτιο έχει μήκος περίπου τρία βήματα και πλάτος δύο: δεν είναι παρά ένα ντουλάπι για σκούπες ή ένα δωμάτιο εργαλείων που έχει πέσει σε αχρηστία. Στο δωμάτιο κάθεται ένα παιδί. Μπορεί να είναι αγόρι, μπορεί να είναι κορίτσι. Δείχνει έξι, αλλά στην πραγματικότητα είναι δέκα χρονών. Είναι λωλό. Ίσως να γεννήθηκε καθυστερημένο, ή ίσως να έγινε έτσι από φόβο, ασιτία και αμέλεια. Σκαλίζει τη μύτη του και μερικές φορές ψαχουλεύει τυχαία τα δάχτυλα των ποδιών του ή τα γεννητικά όργανά του, καθώς κάθεται καμπουριασμένο στη γωνία όσο πιο μακρυά γίνεται από τον κουβά και τις δύο σφουγγαρίστρες. Φοβάται τις σφουγγαρίστρες. Τις βρίσκει φρικτές. Κλείνει τα μάτια, αλλά ξέρει ότι οι σφουγγαρίστρες ακόμη στέκονται εκεί· και η πόρτα είναι κλειδωμένη· και δεν πρόκειται να έρθει κανείς. Η πόρτα είναι πάντα κλειδωμένη· και κανείς ποτέ δεν έρχεται, μόνο που μερικές φορές - το παιδί δεν κατανοεί τον χρόνο, τα διαστήματα του χρόνου - μερικές φορές η πόρτα τρίζει φρικτά και εμφανίζεται ένα άτομο, ή μερικοί άνθρωποι. Ένας από αυτούς ίσως μπει μέσα και κλωτσήσει το παιδί για να το κάνει να σηκωθεί. Οι άλλοι δεν πλησιάζουν ποτέ, αλλά το κοιτάζουν με τρομαγμένα αηδιασμένα βλέμματα. Γεμίζει βιαστικά τη γαβάθα του φαγητού και την κανάτα του νερού, η πόρτα κλείνει, τα βλέμματα χάνονται. Οι άνθρωποι στην πόρτα ποτέ δεν λένε τίποτα, αλλά το παιδί, που δεν ζούσε πάντα στο δωμάτιο των εργαλείων, και που μπορεί να θυμηθεί τη λιακάδα και τη φωνή της μητέρας του, μερικές φορές μιλάει. ¨Θα είμαι καλό παιδί¨ λέει. ¨Παρακαλώ αφήστε με έξω. Θα είμαι καλό παιδί!¨ Ποτέ δεν του απαντούν. Το παιδί κάποτε ούρλιαζε για βοήθεια μέσα στη νύχτα, και έκλαιγε πολύ, αλλά τώρα απλώς κάνει κάτι σαν κλαψούρισμα, ¨ε-αα, ε-αα¨, και μιλάει όλο και πιο σπάνια. Είναι τόσο αδύνατο που τα πόδια του δεν έχουν αστραγάλους· η κοιλιά του εξέχει· τρέφεται με μισή γαβάθα καλαμποκάλευρο και λίπος κάθε μέρα. Είναι γυμνό. Ο πισινός του και οι μηροί του είναι μια μάζα από πυώδεις πληγές, καθώς κάθεται συνεχώς πάνω στα περιττώματά του. 
Όλοι ξέρουν ότι το παιδί είναι εκεί, όλοι οι άνθρωποι της Όμελας. Μερικοί έχουν έρθει για να το δουν, άλλοι αρκούνται απλώς να ξέρουν ότι είναι εκεί. Όλοι ξέρουν ότι πρέπει να είναι εκεί. Μερικοί καταλαβαίνουν το γιατί, και μερικοί όχι, όλοι όμως καταλαβαίνουν ότι η ευτυχία τους, η ομορφιά της πόλης τους, η τρυφερότητα της κάθε φιλίας τους, η υγεία των παιδιών τους, η σοφία των στοχαστών τους, η δεξιοτεχνία των μαστόρων τους, ακόμη και η αφθονία της συγκομιδής τους και ο καλός καιρός των ουρανών τους, βασίζονται αποκλειστικά και μόνο στη φρικαλέα δυστυχία αυτού του παιδιού. 
Αυτό συνήθως το εξηγούν στα παιδιά όταν είναι μεταξύ οκτώ και δώδεκα χρονών, όποτε δείχνουν ικανά να το καταλάβουν· και οι περισσότεροι απ’ αυτούς που έρχονται να δουν το παιδί είναι νεαροί, αν και συχνά κάποιοι ενήλικες έρχονται, ή ξανάρχονται, για να δουν το παιδί. Όσο κι αν τους έχει εξηγηθεί το ζήτημα, αυτοί οι νεαροί θεατές πάντα σοκάρονται και αρρωσταίνουν με το θέαμα. Νιώθουν αηδία, κάτι το οποίο θεωρούσαν ανάξιο γι’ αυτούς. Νιώθουν θυμό, οργή, ανημποριά, παρά τις εξηγήσεις. Θα ήθελαν να κάνουν κάτι για το παιδί. Αλλά δεν υπάρχει τίποτα που να μπορούν να κάνουν. Αν το παιδί το έβγαζαν από κείνο το βρωμερό μέρος στη λιακάδα, αν το καθάριζαν και το τάιζαν και το παρηγορούσαν, αυτό πράγματι θα ήταν καλό· αλλά αν αυτό γινόταν, την ίδια μέρα και ώρα η ευμάρεια και η ομορφιά και η χαρά της Όμελας θα μαραίνονταν και θα έσβηναν. Αυτοί είναι οι όροι. Η ανταλλαγή όλων των καλών και των αγαθών κάθε ζωής στην Όμελας γι’ αυτή την μοναδική, μικρή βελτίωση: να πετάξουν την ευτυχία χιλιάδων για την πιθανότητα της ευτυχία ενός· αυτό πράγματι θα έφερνε την ενοχή μέσα στα τείχη. 
Οι όροι είναι ρητοί και απόλυτοι: το παιδί δεν πρέπει ούτε καν μία ευγενική λέξη να ακούσει. 
Συχνά οι νεαροί γυρνάνε στα σπίτια τους κλαίγοντας, η με αδάκρυτη οργή, όταν έχουν δει το παιδί και έχουν αντιμετωπίσει αυτό το τρομερό παράδοξο. Μπορεί να το συλλογίζονται μελαγχολικά επί βδομάδες ή χρόνια. Αλλά καθώς περνάει ο καιρός αρχίζουν να συνειδητοποιούν ότι ακόμα κι αν το παιδί ελευθερωνόταν δεν θα κέρδιζε τίποτα από την ελευθερία του: λίγη αόριστη ευχαρίστηση από τη ζέστη και το φαγητό, αναμφίβολα, μα τίποτα παραπάνω. Είναι υπερβολικά παρηκμασμένο και καθυστερημένο για να γνωρίσει πραγματική χαρά. Φοβάται τόσον καιρό, που δεν θα γλυτώσει ποτέ από τον φόβο. Οι συνήθειές του είναι τόσο άξεστες που δεν θα ανταποκριθεί σε ανθρώπινη μεταχείριση. Και πραγματικά, μετά από τόσον καιρό μάλλον θα νιώθει δυστυχία δίχως τοίχους γύρω του να το προστατεύουν, δίχως το σκοτάδι για τα μάτια του, δίχως τα περιττώματά του για να κάθεται. Τα δάκρυά τους για την πικρή αδικία στεγνώνουν όταν αρχίζουν να συλλαμβάνουν την τρομερή δικαιοσύνη της πραγματικότητας και να την αποδέχονται. Κι όμως τα δάκρυά τους και ο θυμός τους, η δοκιμασία της ευσπλαχνίας τους και η αποδοχή της ανημποριάς τους, είναι ίσως η πραγματική πηγή του θάμβους των ζωών τους. Η ευτυχία τους δεν είναι χλιαρή και ανεύθυνη. Ξέρουν ότι κι αυτοί, σαν το παιδί, δεν είναι ελεύθεροι. Γνωρίζουν τη συμπόνια. Η ύπαρξη του παιδιού, και η δική τους γνώση της ύπαρξής του, είναι αυτό που καθιστά δυνατές την αριστοτεχνικότητα της αρχιτεκτονικής τους, το πάθος της μουσικής τους, την εμβρίθεια της επιστήμης τους. Εξαιτίας αυτού του παιδιού είναι τόσο καλοί με τα παιδιά. Ξέρουν ότι αν το τυραννισμένο δεν ήταν εκεί να μυξοκλαίει στο σκοτάδι, το άλλο, το παιδί που έπαιζε φλογέρα, δεν θα έβγαζε μουσική χαράς καθώς οι νεαροί καβαλάρηδες παρατάσσονταν με την ομορφιά τους για τον αγώνα στη λιακάδα του πρώτου πρωινού του καλοκαιριού. 
Τους πιστεύεις τώρα; Δεν είναι πιο πειστικοί; Αλλά υπάρχει κάτι ακόμα να ειπωθεί, και είναι απίστευτο. Μερικές φορές ένα από τα έφηβα αγόρια ή κορίτσια που πηγαίνουν να δουν το παιδί δεν επιστρέφει στο σπίτι του για να κλάψει ή να οργιστεί, και μάλιστα δεν επιστρέφει καν στο σπίτι του. Μερικές φορές επίσης κάποιος άντρας ή κάποια γυναίκα, πολύ μεγαλύτεροι, μένουν σιωπηλοί για μιά-δυό μέρες, και μετά εγκαταλείπουν το σπίτι τους. Αυτοί οι άνθρωποι βγαίνουν στο δρόμο, και περπατούν στο δρόμο μόνοι τους. Συνεχίζουν να περπατούν, και περπατώντας βγαίνουν από την πόλη της Όμελας, περνώντας από τις πανέμορφες πύλες. Παίρνουν το δρόμο τους διασχίζοντας τους αγρούς της Όμελας. Καθένας πάει μόνος του, παλικάρι ή κοπέλα, άντρας ή γυναίκα. Πέφτει η νύχτα· ο ταξιδιώτης πρέπει να περάσει από δρόμους χωριών, ανάμεσα σε σπίτια με παράθυρα που φέγγουν κίτρινα, και πάλι μετά στο σκοτάδι των χωραφιών. Καθένας μόνος του, τραβάει δυτικά ή βόρεια, κατά τα βουνά. Συνεχίζουν. Αφήνουν την Όμελας, χώνονται στο σκοτάδι, και δεν επιστρέφουν. Το μέρος προς το οποίο πάνε είναι ένα μέρος ακόμα πιο αφάνταστο για τους περισσότερους από μας απ’ ό,τι η πόλη της ευτυχίας. Δεν μπορώ να το περιγράψω καθόλου. Πιθανόν να μην υπάρχει. Αλλά δείχνουν να ξέρουν που πηγαίνουν, αυτοί που φεύγουν από την Όμελας.
Μετάφραση: Χριστόδουλος Λιθαρής

Οι άνθρωποι που φεύγουν από την Όμελας, είναι οι άνθρωποι που γνωρίζουν ότι αν δεν μπορείς να αλλάξεις κάτι απλά φεύγεις. Πηγαίνεις σε κάτι καινούριο, αντί να παλέψεις για αυτά τα οποία σε ενοχλούν, αντί να βοηθήσεις τον άλλο (και πάνω από όλα τον εαυτό σου).
Ένα τόσο απλοϊκό αλλά συνάμα τόσο περίπλοκο κείμενο - από αυτά που αν τα δώσεις σε ένα μικρό παιδί μπορεί να καταλάβει περισσότερα από τους μεγάλους. Ένα μικρό παιδί που κάνει όνειρα και κάποιοι του τα γκρεμίζουν για να συνεχίσουν την δική τους - σίγουρη - "ευτυχία".

Μια μειονότητα ανθρώπων σε έναν κόσμο γεμάτο δικαιώματα. Δικαιώματα που γράφηκαν για όλους, αλλά τελικά λίγοι τα απολαμβάνουν.
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...